Αναστασία Λοϊζου

Αναστασία Λοϊζου

Η Πλατανίστεια (ή η Πλατανίσκια) βρίσκεται 40 χιλιόμετρα δυτικά της Λεμεσού. Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 365 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Στα νότια συνορεύει με το Πισσούρι, στα δυτικά με την Αλέκτορα και την Πάνω Αρχιμανδρίτα, στα βόρεια με την Ανώγυρα και στα ανατολικά με τον Άγιο Θωμά και την Αυδήμου.


Ονομασία

Η ονομασία του χωριού προέρχεται από τη λέξη πλάτανος. Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χρησιμοποιούσαν την ονομασία Bladanisya έως το 1958, όταν και υιοθέτησαν την εναλλακτική ονομασία Çamlıca που στα τούρκικα σημαίνει μέρος με πεύκα.

 

Πληθυσμός

Σύμφωνα με τις απογραφές πληθυσμού που πραγματοποιήθηκαν στην Κύπρο, μέχρι το 1974 στην Πλατανίστεια έμεναν μόνο Τουρκοκύπριοι. Κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974 οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του μετακινήθηκαν στη Βρετανική Βάση Ακρωτηρίου.

 

Παρέμειναν εκεί έως τον Ιανουάριο του 1975 όταν, στα πλαίσια της ανταλλαγής πληθυσμών, μεταφέρθηκαν από την Τουρκία στο βόρειο μέρος του νησιού. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Κοντέα. Στην Πλατανίστεια εγκαταστάθηκε μικρός αριθμός Ελληνοκύπριων προσφύγων, κυρίως από την Καρπασία.

 

Στο χωριό βρίσκεται μουσείο χαρακτικής του παγκοσμίου φήμης χαράκτη Χαμπή.

 

 

Πηγή: Βικιπαίδεια

Περίπου 13 χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης της Λεμεσού βρίσκει κανείς το χωριό Πύργος, του οποίου τα διοικητικά του όρια φθάνουν μέχρι τη θάλασσα.

Το χωριό είναι κτισμένο σε μέσο υψόμετρο 85 μέτρων. Το υψόμετρο παρουσιάζει αισθητή αύξηση από τον οικισμό προς τα βόρεια και κοντά στα βόρεια διοικητικά του σύνορα φθάνει τα 488 μέτρα. Στα νότια του οικισμού το υψόμετρο μειώνεται σταθερά και φθάνει τα 50 περίπου μέτρα. Ενώ ακόμη νοτιότερα το υψόμετρο μειώνεται σταθερά μέχρι τη θάλασσα.

 

Ο Πύργος δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 430 χιλιοστόμετρα και στη περιοχή του καλλιεργούνται εσπεριδοειδή, ελιές, χαρουπιές, αμυγδαλιές, σιτηρά, νομευτικά φυτά, διάφορα φρουτόδενδρα, λίγα αμπέλια και ελάχιστα όσπρια. Καλλιεργούνται επίσης διάφορα είδη λαχανικών και ιδιαίτερα ντομάτες. Ο Πύργος φημίζεται για την ποιότητα των ντοματών του. Η κτηνοτροφία στο χωριό είναι περιορισμένη.

 

Το χωριό περιλαμβάνεται στο μεγάλο αρδευτικό έργο του Νότιου Αγωγού και έχει ωφεληθεί στo πλαίσιo της δεύτερης φάσης με την άρδευση 100 περίπου εκταρίων.

 

Από συγκοινωνιακής άποψης ο Πύργος συνδέεται στα νότια με τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Λευκωσίας και στα νοτιοανατολικά με το χωριό Μονή καθώς επίσης και με το χωριό Παρεκκλησιά στα δυτικά.

Το χωριό, λόγω κυρίως της σχετικά μικρής απόστασης που έχει από τη πόλη της Λεμεσού γνώρισε αρκετές αυξήσεις του πληθυσμού του. Το 1881 οι κάτοικοι του Πύργου ήταν 187, που αυξήθηκαν στους 326 το 1891, στους 345 το 1901, στους 398 το 1911, στους 412 το 1921 και στους 478 το 1931. Οι κάτοικοι αυξήθηκαν στους 570 το 1946, στους 702 το 1960, στους 712 το 1973 και στους 803 το 1982. Στην τελευταία απογραφή πληθυσμού του 2001 οι κάτοικοι ήταν 2120.

Ιστορία

 

Πάντως ο Πύργος που υπήρχε στο χωριό ήταν συνηθισμένος του Μεσαίωνα. Ο Νέαρχος Κληρίδης αναφέρει τοπική παράδοση σύμφωνα με την οποία στο χωριό υπήρχε «Πύργος της Ρήγαινας», από το πάτωμα του οποίου ξεκινούσε σήραγγα που έφθανε στην Αμαθούντα. Και όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες παραδόσεις σχετικές με μεσαιωνικά ή και αρχαιότερα οικοδομήματα, απαραίτητη είναι και η θρυλούμενη ύπαρξη κάποιου μεγάλου θησαυρού.

 

Στην περίπτωση του Πύργου, ο θρυλούμενος θησαυρός είναι μια ολόχρυση άμαξα με την οποία μετακινήτο η περιβόητη Ρήγαινα. Παλιό οικοδόμημα στο χωριό είναι γνωστό ως ρηγούδιν, και πιστεύεται ότι το πάτωμα του είναι εκείνο του αρχικού πύργου, από το οποίο ξεκινούσε η σήραγγα.

Στη περιοχή του χωριού υπάρχουν δυο τουλάχιστον αρχαιολογικοί χώροι των Προϊστορικών χρόνων που αποδεικνύουν αρχαιότατη κατοίκηση της περιοχής. Δεν έχουν γίνει ακόμη κανονικές αρχαιολογικές ανασκαφές. Εξ άλλου το χωριό βρίσκεται πολύ κοντά στην αρχαία πόλη της Αμαθούντος, στη διοικητική έκταση της οποίας περιλαμβανόταν κατά την αρχαιότητα η περιοχή του.

 

Πηγή:

Iστοσελίδα Πύργου Λεμεσού

4.000 και πλέον μόνιμοι κάτοικοι 20 κοινοτήτων της επαρχίας Λεμεσού είναι έτοιμοι να αγωνισθούν για να αποτρέψουν το κλείσιμο της τελευταίας εναπομείνασας τράπεζας στα Κρασοχώρια Λεμεσού, που βρίσκεται στην Πάχνα, εκπέμποντας παράλληλα σήμα κινδύνου για το μαρασμό των χωριών μας.

 

Ο Κοινοτάρχης Πάχνας Αντρέα Σάββα, φανερά αγανακτισμένος δηλώνει στην εφημερίδα ΛΕΜΕΣΟΣ πως με το κλείσιμο της Ελληνικής Τράπεζας στην Πάχνα, κλείνει και ο οικονομικός πνεύμονας που κρατάει ως τώρα την υπαίθρό μας στη ζωή.

 

Συγκεκριμένα, ο κ. Σάββα ανέφερε πως το κλείσιμο της τράπεζας θα πλήξει τόσο τα ίδια τα Κοινοτικά Συμβούλια, όσο και τις βιοτεχνίες των χωριών μας.

 

"Ως Κοινοτικά Συμβούλια μέρα παρά μέρα πρέπει να κάνουμε κατάθεση στην τράπεζα τα χρήματά μας. Είναι πλήγμα για όλους μας, ενώ θα αυξήσει και τον κίνδυνο ληστείας μέχρι να μπορέσουμε να κάνουμε τις καταθέσεις μας", τονίζει ιδιαίτερα αγχωμένος από την όλη κατάσταση ο κοινοτάρχης.

 

Ο κ. Σάββα μάλιστα δήλωσε πως οι 20 κοινότητες δημιούργησαν μια επιτροπή για αποτροπή του κλεισίματος της Ελληνικής Τράπεζας, όπου εδώ και μήνες απέστειλαν τόσο στον ίδιο τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, όσο και σε υπουργούς, βουλευτές και αρχηγούς κομμάτων επιστολές, ζητώντας όπως η τράπεζα στην Πάχνα παραμείνει ανοικτή. "Είχαμε και κατ' ιδίαν συναντήσεις με τους αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων", ανέφερε ο κ. Σάββα.

 

"Δυστυχώς όλοι μας απάντησαν πως η τράπεζα είναι ιδιωτική και δεν μπορούν να κάνουν τίποτε", σημείωσε στις δηλώσεις του ο κοινοτάρχης.

 

Επιπρόσθετα, ο κ. Σάββα μας ανέφερε πως η επιτροπή συναντήθηκε και με τον Εκτελεστικό Διευθυντή της Ελληνικής Τράπεζας κ. Ιωάννη Μάτση, χωρίς δυστυχώς να βρεθεί η οποιαδήποτε λύση στο πρόβλημα.

 

Που είναι το ανθρώπινο πρόσωπο της Ελληνικής Τράπεζας, αναρωτιέται ο κοινοτάρχης Πάχνας, ο οποίος επισημαίνει πως η τράπεζα στο χωριό δεν είναι καθόλου ζημιογόνα, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο, κλείνει μέσο όρο 100 πράξεις ημερησίως.

 

"Αποφάσισαν να κλείσουν τις τράπεζες με βάσει τον χάρτη και όχι βλέποντας την εξυπηρέτηση των κατοίκων. Συνολικά είμαστε 4.000 μόνιμοι κάτοικοι και από τις 20 κοινότητες των Κρασοχωριών. Tη Δευτέρα θα πραγματοποιήσουμε μεγάλη διαμαρτυρία έξω από την Ελληνική Τράπεζα, με μεγάλο μαύρο πανό για την ταφόπλακα που μας βάζουν και καλούμε όλο τον κόσμο όπως μας συμπαρασταθεί", κατέληξε στις δηλώσεις του ο κοινοτάρχης.

 

 


Οι Τρεις Ελιές είναι χωριό στο βορειοδυτικό άκρο της επαρχίας Λεμεσού στη Νότια Μαραθάσα, κτισμένο στις παρυφές του παραπόταμου του Διαρίζου που φέρει το όνομα «ποταμός του Δράκοντα».

 

Βρίσκεται σε απόσταση 9 περίπου χιλιομέτρων νοτιοδυτικά του Προδρόμου και γειτνιάζει στα βορειοανατολικά με την Λεμίθου, στα νοτιοδυτικά με τα Καμινάρια, στα ανατολικά με τον Παλιόμυλο και στα νοτιοανατολικά με τον Άγιο Δημήτριο.

 

Διοικητικά ανήκει στην επαρχία Λεμεσού ενώ από πλευράς εκκλησιαστικής στην Μητρόπολη Μόρφου.


Η ονομασία του χωριού σύμφωνα με τον Νέαρχο Κληρίδη οφείλεται στην ύπαρξη εκεί τριών ελαιοδένδρων, πράγμα σπάνιο για την ορεινή αυτή περιοχή.



Το χωριό είναι κτισμένο σε μέσο υψόμετρο 1000 μέτρων περίπου. Το ψηλότερο σημείο του χωριού είναι η βουνοκορφή του Προφήτη Ηλία σε ύψος 1106 μέτρα. Η κοινότητα δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 850 χιλιοστά και στην περιοχή της καλλιεργούνται μηλιές, κερασιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές και οινοποιήσιμα αμπέλια.

 


 

Η κοινότητα κατά την διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας της γνώρισε μεγάλες πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Το 1881 οι κάτοικοι της ανερχόταν στους 180 για να αυξηθούν στους 239 το 1891 και να μειωθούν στους 162 το 1901. Καθόλη την διάρκεια της Αγγλοκρατίας το χωριό θα γνωρίσει μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση. Έτσι το 1911 οι κάτοικοι θα αριθμούν τους 279, το 1931 τους 316 και το 1946 τους 406. Στη συνέχεια το χωριό, όπως και όλα τα άλλα χωριά της περιοχής κτυπήθηκε από την αστυφιλία με αποτέλεσμα οι κάτοικοι του να μειωθούν το 1960 στους 381, το 1973 στους 237, το 1982 στους 129 και το 2001 στους 65. Σήμερα στο χωριό κατοικούν 57 άτομα.
 


Γύρω από το χωριό κυριαρχεί το πράσινο της βλάστησης και το σκούρο γκρίζο των ηφαιστειογενών πετρωμάτων του Τροόδους. Η χρωματική σύνθεση συμπληρώνεται με τα χρώματα του οικισμού (πετρόκτιστοι τοίχοι κόκκινα κεραμίδια στις στέγες). Ανάλογα με την εποχή του χρόνου εναλλάσσεται με το κοκκινοκίτρινο των φυλλοβόλων δέντρων και θάμνων το φθινόπωρο και το άσπρο-ροζ των ανθισμένων αμυγδαλιών, των κερασιών και των άλλων οπωροφόρων δέντρων αρχές της Άνοιξης. Στην άγρια φυτεμένη βλάστηση της περιοχής κυριαρχούν τα πεύκα, οι βαλανιδιές, οι λατξιές, οι κουμαριές, οι τριμιθιές, οι ξισταριές, οι πλάτανοι, τα κέδρα κ.α.

 

Ιστορία του χωριού


Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας (1489-1570) το χωριό ήταν ένα από τα εικοσιτέσσερα χωριά της περιφέρειας Μαραθάσας που υπαγόταν στα κτήματα της Ενετικής Δημοκρατίας.



Τα παλαιότερα τεκμήρια της εκκλησιαστικής κληρονομιάς, όπως το επιστύλιο του εικονοστασίου στην εκκλησία του Αρχαγγέλου μαρτυρούν για την ύπαρξη του χωριού τουλάχιστον από τα τέλη της Φραγκοκρατίας κατά τον 15ον αιώνα.



Η προφορική τοπική παράδοση θέλει τον Άγιο Χαράλαμπο να έζησε και να μαρτύρησε στα τέλη του 2ου αιώνα μ.χ. στα χώματα της περιοχής των Τριών Ελιών. Στον ενοριακό ναό της Παναγιάς φυλάσσεται λειψανοθήκη με τεμάχιο οστού του Αγίου.

 


Μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής της Τουρκοκρατίας, ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος (1767-1810) καταγόταν από τις Τρεις Ελιές. Το πατρικό του σπίτι διατηρείται ακόμη και σήμερα και φέρει το όνομα του πατέρα του Χρύσανθου «το σπίτι του Κονόμου». Από τις Τρεις Ελιές κατάγονταν και οι επίσκοποι Κιτίου Μελέτιος (1776-1979), Κιτίου Χρύσανθος Α΄(1797-1810) και ο εθνομάρτυρας Πάφου Χρύσανθος Β΄(1805-1821) Περισσότερες πληροφορίες για τους προαναφερόμενους μπορείτε να βρείτε στην σελίδα Προσωπικότητες.

 

Από τις Τρεις Ελιές καταγόταν επίσης και η Μαρουδιά Παυλίδη, ανεψιά του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου την οποία ο αρχιεπίσκοπος έδωσε ως σύζυγο στον Δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο στα μέσα του 18ου αιώνα.
 


Στο χωριό υπάρχουν αρκετά αιωνόβια δένδρα τα οποία πρέπει να κριθούν από το Τμήμα Δασών σαν διατηρητέα. Τα δένδρα αυτά είναι: Οι δύο πεύκοι στην είσοδο της κοινότητας, ο δρυς του Αγίου Ανδρόνικου, ο δρυς στην τοποθεσία Αρκοκάνναβη, ο δρυς στην τοποθεσία Λακκωτή, ο πλάτανος του Κοσσινά και ο πλάτανος του γεφυριού του Κρύου Ποταμού. Το γεφύρι κτίστηκε τον 17ον αιώνα και πιθανόν ο πλάτανος αυτό να είναι συνομήλικος.



Αξιόλογη είναι η κύρια εκκλησία του χωριού που είναι αφιερωμένη στην Παναγία την Χρυσοσώτηρα καθώς επίσης και η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και τα εξωκλήσια της Αγίας Παρασκευής του Αγίου Ανδρόνικου και του Προφήτη Ηλία. Άλλα αξιοθέατα της κοινότητας είναι τα ενετικά γεφύρια, το μονοπάτι της φύσης και τα Θειούχα νερά.

 

Πηγή:

Κοινοτικό Συμβούλιο Tριών Eλιών

 

Το Φοινί είναι ένα από τα πιο γραφικά χωριά της Κύπρου και βρίσκεται κτισμένο σε ένα καταπράσινο περιβάλλον στην οροσειρά του Τροόδους σε μέσο υψόμετρο 920 μέτρων, ανάμεσα σε απότομες πλαγιές και ψηλές καταπράσινες από τα πεύκα βουνοκορφές.

 

Το χωριό βρίσκεται 44 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης της Λεμεσού. Συνδέεται με ασφαλτόστρωτους δρόμους στα βορειοδυτικά με το χωρίο Άγιος Δημήτριος, στα νότια με τις Κάτω Πλάτρες και στα ανατολικά με τις Πάνω Πλάτρες. Μεγάλο μέρος της διοικητικής του έκτασης καταλαμβάνεται από τα κρατικά δάση του Τροόδους και της Πάφου.

Στα βόρεια του χωριού βρίσκεται το μοναστήρι της Παναγίας της Τροοδίτισσας και στα νοτιοδυτικά του η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων που ήταν μοναστήρι. Την ομορφιά και τη γραφικότητα του χωριού έρχεται να συμπληρώσει ο καταρράκτης του Φοινιού που βρίσκεται στην καταπράσινη περιοχή της "Χαντάρας".

Ονομασία

Κατά μια εκδοχή το όνομα του το Φοινί το πήρε κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας από το επώνυμο ενός Φράγκου Φεουδάρχη, του Τζουάν τε Φενίου ή Φινίου, ο οποίος είχε συνοδεύσει το βασιλιά της Κύπρου Πέτρο τον Α΄ στην Ευρώπη (1359-1369). Εάν ο Φράγκος ευγενής υπήρξε πράγματι κάτοχος του χωριού, αυτό δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο γιατί το χωριό δεν αναφέρεται πουθενά ως φέουδο. Αλλά και να υπήρξε, το πιο πιθανό είναι να υιοθέτησε ως επώνυμο του το όνομα του χωριού, πράγμα συνηθισμένο για εκείνη την εποχή.